Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται ένα ΣΟΚ

«Τους γονείς, δεν πρέπει να τους διαχωρίζουμε με βάση το φύλο, αλλά με βάση την ανθρώπινη υπόσταση και αν αυτή είναι άξια να μεγαλώσει ένα παιδί. Άλλωστε, ο κακός γονιός δεν έχει φύλο, ούτε απορρίπτεται η περίπτωση της κακής μητέρας. Αυτό θα φανεί περισσότερο στο μέλλον, αν κάποτε στη χώρα μας, αποκτήσουν δικαίωμα τεκνοθεσίας τα ομόφυλα ζευγάρια και πάψει η αντιδικία ανάμεσα στη μητρότητα και την πατρότητα, στην περίπτωση διαζυγίου.»

Με το απόσπασμα αυτό στο άρθρο Συνεπιμέλεια: Άξιοι γονείς – Ίσα δικαιώματα, στην προσπάθεια να εξηγήσω την άποψη μου, ότι η ισότητα των δύο φύλων προϋποθέτει ίσα δικαιώματα και ίδιες υποχρεώσεις, αναφέρομαι κατά κάποιο τρόπο προφητικά, στο δικαίωμα τεκνοθεσίας σε ομόφυλα ζευγάρια. Παρά την εθνική στρατηγική της κυβέρνησης για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+, φανταζόμουν το ενδεχόμενο αυτό μακρινό στο μέλλον, όπου η φυσική – κοινωνική εξέλιξη των πραγμάτων, θα διευθετούσε την εκκρεμότητα αυτή και στη χώρα μας, όπως έχει συμβεί ήδη σε άλλα ανεπτυγμένα κράτη.

Θεωρώντας το αναμενόμενο, ότι θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή, όσα χρόνια και αν χρειαζόντουσαν, μέχρι να μπορέσει η ελληνική κοινωνία να το αποδεχθεί, δε σημαίνει εντούτοις, ότι ενστερνίζομαι όλη τη woke κουλτούρα του άκρατου δικαιωματισμού, ούτε ότι απορρίπτω το πρότυπο της πυρηνικής οικογένειας. Αντιθέτως, συνεχίζω να πιστεύω ότι ιδανικά, ένα παιδί χρειάζεται τα γονικά πρότυπα και των δύο φύλων, ανεξαρτήτως οικογενειακής κατάστασης, με ίσα δικαιώματα και ίδιες υποχρεώσεις.

Ένα επιχείρημα, σωστό, όσων τάσσονται υπέρ του δικαιώματος αυτού, της τεκνοθεσίας δηλαδή από ομόφυλα ζευγάρια, είναι ότι θα βοηθήσει σημαντικά στον πολυπόθητο στόχο της αποϊδρυματοποίησης. Ακούω συχνά, και από ετερόφυλους υποψήφιους γονείς, πόσο αυστηρό είναι το πλαίσιο στην Ελλάδα και πόσο δύσκολη η διαδικασία. Καταλαβαίνω πόσο δυνατή είναι η επιθυμία κάποιων να αποκτήσουν ένα παιδάκι που θα ολοκληρώσει την προσωπική τους ευτυχία, και πόσο σημαντικό παράλληλα τα παιδιά αυτά να νιώσουν την αγάπη μιας οικογένειας. Σε ένα κόσμο ιδανικό, κανένα παιδί δε θα ήταν μόνο ή κακοποιημένο. Ο κόσμος αυτός δεν υπάρχει και οι όροι όχι απλά δεν πρέπει να «χαλαρώσουν», ώστε να διευκολυνθούν οι ενδιαφερόμενοι, αλλά επιβάλλεται να επαναξιολογούνται και να ελέγχονται διαρκώς, να είναι ισχυροί, ώστε να ενισχύεται η προστασία της παιδικής ψυχής και να ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες, ένα παιδί να υιοθετηθεί με όρους κατοικιδίου. Το ορφανοτροφείο δεν πρέπει να θεωρείται ταμπού. Προφανώς, μια ζεστή αγκαλιά, είναι αναγκαία και προτιμότερη από ένα αποστειρωμένο και άχαρο ίδρυμα, αλλά ταυτόχρονα, μπορεί να αποβεί επικίνδυνη, αν αυτή δεν είναι ελεγμένη αυστηρά και δεν πληροί απόλυτα τα κριτήρια που απαιτούνται. Ένα παιδί που έχει την ατυχία να μη μεγαλώνει με τη βιολογική του οικογένεια, είναι προτιμότερο να μεγαλώσει σε ένα καλά οργανωμένο, ελεγχόμενο και προστατευμένο από τις κρατικές υπηρεσίες περιβάλλον, με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, παιδαγωγούς, εξοπλισμένο από επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων, παρά σε μια οικογένεια με αμφίβολα ποιοτικά γνωρίσματα. Είναι ευθύνη του κράτους ένας τέτοιος οργανισμός να λειτουργεί άριστα. Το σύνθημα λοιπόν δεν πρέπει να είναι, «αδειάζουμε τα ορφανοτροφεία», αλλά «ναι στην τεκνοθεσία, από άξιους ανθρώπους, κατάλληλους για γονείς, ανεξαρτήτως φύλου, οικογενειακής κατάστασης, θρησκείας ή σεξουαλικού προσανατολισμού».

Δυστυχώς, διαπιστώνω συνεχώς, ότι η έννοια του παιδιού εκλαμβάνεται και αναλύεται συχνά με ελαφρότητα και επιπολαιότητα, σε διάφορα ζητήματα που απασχολούν, όπως στην περίπτωση του δημογραφικού προβλήματος. Ακούω πολλούς, να επιρρίπτουν ευθύνες στις νέες γενιές και κυρίως στις γυναίκες, ότι δεν κάνουν παιδιά, αργούν ή αρκούνται στο ένα, τους ενδιαφέρει η προσωπική τους ζωή, η καριέρα και φοβούνται να αναλάβουν ευθύνες. Το δημογραφικό δεν είναι μόνο ποσοτικό πρόβλημα, όπου οι δείκτες πρέπει να βελτιωθούν, αλλά ένα σύνθετο και ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα το οποίο είναι ουσιαστικό να προσεγγίζεται ολιστικά. Δεν επιλύεται με επικριτικότητα, κουνώντας ηθικολογικά το δάκτυλο. Αντιμετωπίζεται με κίνητρα, κυρίως οικονομικά, τα οποία είναι άκρως απαραίτητα, ώστε να μειωθούν όλες οι δυσχέρειες που συνιστούν ανασταλτικό παράγοντα για ένα ζευγάρι που θέλει να κάνει οικογένεια. Θα την κάνει, τη στιγμή που νιώθει και είναι, ώριμο και έτοιμο, για μια τόσο σημαντική απόφαση ζωής. Γιατί ναι, μια νέα ζωή, πρέπει να είναι απόφαση, καλά μελετημένη. Ναι, πολλοί δεν κάνουν για γονείς και δε θα έρθει ποτέ η ώρα εκείνη, αλλά ούτε κάποιος γεννήθηκε για να γίνει γονέας. Ο καθένας κρίνεται συνεχώς, για την επάρκεια του και αξιολογείται πρωτίστως από το ίδιο του το σπλάχνο. Είναι κατάκτηση, μια γυναίκα να δίνει προτεραιότητα στην καριέρα της και στα όνειρα της. Δεν μπορούμε να λεμέ, ότι μια γυναίκα δε γίνεται να είναι μηχανή αναπαραγωγής, και πολύ σωστά, όταν αναφερόμαστε στο καθεστώς της παρένθετης μητέρας, αλλά να λέμε ότι άργησε, επειδή δεν έκανε παιδί πριν τα 30 και τα 35 και απαιτείται να γεννά γρήγορα και αρκετά, ώστε να επιβιώσει το έθνος. Είναι κατάκτηση, οι άνθρωποι να σκέφτονται δύο και τρεις φορές, αν θέλουν και μπορούν να κάνουν παιδιά, και αν είναι ικανοί να τα μεγαλώσουν. Είναι κατάκτηση, η υπεύθυνη σεξουαλική δραστηριότητα και η επιλεκτικότητα των σχέσεων και όχι οι νοοτροπίες συνοικεσίου ή η επιλογή συντρόφων από ανασφάλεια. Οι άνθρωποι δεν άρχισαν να φοβούνται ξαφνικά τις υποχρεώσεις και να σκέφτονται εγωκεντρικά, αλλά αντιλαμβάνονται με περισσότερη σημασία και σπουδαιότητα το ανθρώπινο ον, ως αυτοτελή προσωπικότητα και την ευθύνη που αυτή φέρει να διαμορφωθεί και να αναπτυχθεί σωστά, μέχρι να ενηλικιωθεί. Να της προσφερθούν τα απαραίτητα και ενδεδειγμένα εφόδια, ώστε να αποτελεί αρμονικά, μέρος του συνόλου και όχι βάρος, με αντικοινωνικές και παραβατικές συμπεριφορές. Όλα αυτά τα κεκτημένα, είναι επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού και δεν πρέπει, στον βωμό της αναζήτησης μεθόδου αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας, να αφήσουμε να διολισθήσουν σε αντιλήψεις που θυμίζουν άλλες εποχές. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, ότι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ή υποανάπτυκτες χώρες, το δημογραφικό πρόβλημα είναι ελάχιστο…

Τέλος, δεν επέλεξα τυχαία να τονίσω τη σημασία της τεκνοθεσίας και να αναφερθώ δευτερευόντως στο θέμα του γάμου. Τη νομική αναγνώριση και προστασία των σχέσεων και τα δικαιώματα εκείνων που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια, τα καλύπτει ο θεσμός του γάμου, θρησκευτικός ή πολιτικός και το σύμφωνο συμβίωσης. Εφόσον δε συντρέχουν λόγοι θρησκευτικής πίστεως, κάτι το οποίο είναι απολύτως σεβαστό, στα δικά μου μάτια ο πολιτικός γάμος είναι μια επιλογή εντελώς παρωχημένη. Από τη στιγμή που υπάρχει το σύμφωνο συμβίωσης, γιατί κάποιος να επιλέξει το δημαρχείο και όχι απλά έναν συμβολαιογράφο;

Από τότε που άνοιξε η δημόσια συζήτηση, για τη νομική αναγνώριση του δικαιώματος στον γάμο και στην τεκνοθεσία στα ομόφυλα ζευγάρια, μετά λύπης και προς μεγάλη μου απογοήτευση διαπιστώνω ότι πέρα από τους παραδοσιακούς εκφραστές του συντηρητικού χώρου, νέοι άνθρωποι τοποθετούνται για το ζήτημα αυτό με έναν ομοφοβικό οχετό προσβλητικότητας και χυδαιότητας. Συγκρατημένοι τόσο καιρό, ώστε να είναι συνεπείς, σε μία πολιτική ορθότητα που δεν πιστεύουν και δεν τους πρεσβεύει, υπέμεναν μια κόσμια συμπεριφορά και κρυβόντουσαν πίσω από αυτή, ώστε να μην παρεξηγηθούν. Τώρα, τα στόματα άνοιξαν, οι καλοί τρόποι χάθηκαν και η ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα εξαντλήθηκε. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν πρέπει να προξενεί καμία εντύπωση, όταν τα αστεία και η σάτιρα για τους ομοφυλόφιλους παραμένουν τόσο δημοφιλή. Η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική και οπισθοδρομική, χρειάζεται ένα ΣΟΚ, ώστε να επέλθει η κοινωνική ισορροπία, στην πατροπαράδοτη μονοτονία.

Υ.Γ.1 Γραφικότητες, προκλητικότητες και ακρότητες, εντοπίζονται σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Όσο μια κοινωνική ομάδα υφίσταται στέρηση δικαιωμάτων, διάκριση και νιώθει απομονωμένη, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να τραβά την προσοχή και να τονίζει την παρουσία της, ώστε να φανεί, για να μπορέσει να διεκδικήσει τον απαιτούμενο σεβασμό και να βγει από το περιθώριο. Όταν αποτελέσει ισότιμο μέλος της κοινωνίας, τότε, σιγά σιγά, η αιχμηρότητα των αντιδράσεων της θα λειανθεί.

Υ.Γ.2 Πρόσφατα, έγινε μεγάλο θέμα, στα όρια διπλωματικού επεισοδίου, η ανεπιθύμητη παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ελπιδοφόρου στο Άγιο όρος. Αντιδράσεις προκάλεσε η βάπτιση παιδιών ομοφυλόφιλων ομογενών το καλοκαίρι του 2022. Τις προηγούμενες μέρες, σε δήλωση του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εξέφρασε προσωπική άποψη λέγοντας ότι «Η Εκκλησία θα περιμένει αυτά τα παιδιά να μεγαλώσουν, να καταλάβουν λίγο τη ζωή και όταν θέλουν να βαπτιστούν, θα βαπτιστούν». Γιατί άραγε αυτό να μην ισχύει και για τα παιδιά των ετερόφυλων; Θα αλλάξει κάτι όταν καταλάβουν τη ζωή; Μήπως θα είναι ώριμα τότε, και συνειδητοποιημένα, να αποκηρύξουν τους gay γονείς τους για το αμάρτημα που διέπραξαν; Ή δε θα έχουν “ασπαστεί” και οι ίδιοι μέχρι τότε την ομοφυλοφιλία, όπως οι γονείς τους, άρα θα είναι ικανοί να λάβουν την ευλογία του θεού; Με το σκεπτικό αυτό, η εκκλησία είναι σκόπιμο να αρχίσει έρευνα, να ανακαλύψει τα ερωτικά φρονήματα των πιστών της και όπου διαπιστωθεί το θανάσιμο αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας, που κατά την ιερά σύνοδο είναι ψυχιατρική νόσος, να ανακαλέσει το μυστήριο της βάπτισης. Αν δεν αλλάξει κάτι σύντομα, ώστε η εκκλησία να στραφεί από τα κηρύγματα, στην αγάπη, οι νέοι θα απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τον Θεό και όσοι πιστοί απομείνουν, θα προτιμούν να προσεύχονται στο σπίτι τους, παρά να εκκλησιάζονται.

Μάριος Λουκάς