Τσακλόγλου: Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι μία αλλαγή μακρόπνοου χαρακτήρα

Τις αλλαγές που φέρνει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο στους εργαζόμενους περιέγραψε ο Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αρμόδιος για θέματα κοινωνικών ασφαλίσεων, Πάνος Τσακλόγλου.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Ημερησία, ο κ. Τσακλόγλου έκανε λόγο για μια μεταρρύθμιση με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης από διανεμητική σε κεφαλαιοποιητική.

Αναφορικά με το κόστος μετάβασης στο νέο σύστημα, ο Υφυπουργός Εργασίας ανέφερε πως το κενό ανέρχεται στα 30-40 εκατ. ευρώ, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα υπάρξει περικοπή στις συντάξεις των ασφαλισμένων.

Παράλληλα, ο ίδιος τόνισε ότι το συγκεκριμένο ασφαλιστικό μοντέλο εφαρμόζεται με επιτυχία σε άλλες χώρες της Ε.Ε., όπως η Σουηδία και η Δανία, επισημαίνοντας ότι τα αποτελέσματα αποτιμώνται θετικά.

Τέλος, ο κ. Τσακλόγλου διέψευσε ότι η επικουρική ασφάλιση μετατρέπεται σε δημόσια και υποχρεωτική για τους ασφαλισμένους.

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Προχωράτε σε μια νέα κομβική μεταρρύθμιση στην επικουρική ασφάλιση, λίγα χρόνια μετά τους νόμους του 2016 και του 2020. Υπάρχει ανάγκη για μια νέα μεταρρύθμιση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;

Πράγματι, προχωράμε σε μία κομβική μεταρρύθμιση που γίνεται με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον, προς όφελος των νέων μας. Πρόκειται για μία διαρθρωτική αλλαγή προνοητικού και μακρόπνοου χαρακτήρα που ως στόχο έχει τη θωράκιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης απέναντι στη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.

Βασικό της χαρακτηριστικό είναι η μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης από διανεμητική σε κεφαλαιοποιητική, κάτι που σημαίνει πως αντί οι εισφορές των νέων να χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται δημιουργώντας ένα συνταξιοδοτικό αποθεματικό που θα χρηματοδοτεί τις συντάξεις των ίδιων.

Κάθε ασφαλισμένος θα έχει τον ατομικό του «κουμπαρά» όπου θα σωρεύονται εισφορές και αποδόσεις και έτσι θα δημιουργείται ένα κεφάλαιο στη βάση του οποίου θα υπολογίζεται η μηνιαία επικουρική του σύνταξη.

Έχετε πει πως το νέο σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει την «πεποίθηση» των νέων ότι «δεν θα πάρω σύνταξη ποτέ». Πρόκειται για μια γενιά εργαζομένων που νιώθουν, ίσως, τη μεγαλύτερη ανασφάλεια για το μέλλον του ασφαλιστικού. Mπορεί να ανατραπεί αυτό;

Μέχρι σήμερα, όπως σας έλεγα και προηγουμένως, οι εισφορές των σημερινών εργαζόμενων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων. Σε συνδυασμό όμως με τη δημογραφική γήρανση, τα βάρη που επωμίζεται η νέα γενιά είναι όλο και μεγαλύτερα.

Με την αλλαγή στην επικουρική ασφάλιση, οι εισφορές των νέων εργαζόμενων θα φέρουν πια το όνομα τους. Θα δημιουργηθεί για κάθε έναν από αυτούς ένας ατομικός λογαριασμός που θα περιέχει τις εισφορές της επικουρικής του ασφάλισης, τις οποίες θα μπορεί να παρακολουθεί κιόλας με τον ίδιο τρόπο που παρακολουθεί τον τραπεζικό του λογαριασμό.

Αλλάζει με αυτόν τον τρόπο η σχέση που έχουν οι νέοι ασφαλισμένοι με την κοινωνική ασφάλιση καθώς οι εισφορές τους είναι πολύ πιο άμεσα συνδεδεμένες με τους ίδιους. Επιπλέον η διαγενεακή αλληλεγγύη πάνω στην οποία στηρίζεται το ασφαλιστικό μας σύστημα αποκτά τον αμφίδρομο χαρακτήρα που πρέπει έτσι και αλλιώς να έχει. Δεν είναι δίκαιο για τη νέα γενιά να θεωρούνται ιερά μόνο τα δικαιώματα των σημερινών συνταξιούχων. Ίσης αξίας είναι και τα δικαιώματα των νέων εργαζόμενων, των μελλοντικών δηλαδή συνταξιούχων.

Η μετάβαση του συστήματος από αναδιανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό απαιτεί σημαντικό κόστος σε βάθος χρόνου. Πως θα καλυφθεί αυτό; Αντέχει η ελληνική οικονομία να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος; Υπάρχει κίνδυνος, εξαιτίας του χρηματοδοτικού κενού, να περικοπούν οι καταβαλλόμενες συντάξεις;

Το γεγονός ότι οι εισφορές πλέον θα κατευθύνονται σε ατομικούς λογαριασμούς δημιουργεί το λεγόμενο κόστος μετάβασης, το οποίο όμως έχει αποδειχθεί μέσω των μελετών που έχουν εκπονηθεί ότι είναι μικρό και διαχειρίσιμο, ειδικά κατά τα πρώτα χρόνια της μεταρρύθμισης.

Ενδεικτικά, το πρώτο έτος το κενό αυτό είναι μόλις 30-40 εκατ. ευρώ αν και σταδιακά αυξάνεται. Όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό είναι το ακαθάριστο κόστος. Με τη μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης σε κεφαλαιοποιητική, θα σωρευθεί ένα σημαντικό ποσό, σημαντικό τμήμα του οποίου θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία. Υψηλότερες επενδύσεις – ειδικά σε μία χώρα όπως η Ελλάδα όπου το ποσοστό επενδύσεων στο ΑΕΠ είναι, με διαφορά, το χαμηλότερο στην ΕΕ – σημαίνουν αύξηση της παραγωγικότητας, περισσότερες δουλειές και υψηλότερο ΑΕΠ.

Αυτά, με τη σειρά τους, συνεπάγονται υψηλότερους άμεσους και έμμεσους φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό το «μέρισμα ανάπτυξης», σύμφωνα με υφιστάμενες εκτιμήσεις, μπορεί να καλύψει σχεδόν ολόκληρο το ταμειακό κενό που προκύπτει λόγω της μετάβασης στο νέο σύστημα. Αναφορικά με τις επικουρικές συντάξεις του υφισταμένου συστήματος, στο νόμο υπάρχει ρητή δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει καμία περικοπή και θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται με τους υφιστάμενους κανόνες ωσάν όλοι οι ασφαλισμένοι να συμμετείχαν στο υφιστάμενο διανεμητικό σύστημα. 

Για την εκτίμηση του κόστους και της επίδρασης της εισαγωγής του νέου συστήματος στα δημόσια οικονομικά και το δημόσιο χρέος, εκπονούνται τρεις επιστημονικές μελέτες. Τι δείχνουν αυτές οι μελέτες;

Για λόγους πληρότητας, διαφάνειας και επιστημονικής τεκμηρίωσης, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ανέθεσε την εκπόνηση τριών μελετών των επιπτώσεων της εισαγωγής του νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης:


•    στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή (ΕΑΑ) αναλογιστική μελέτη,
•    στο Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) μελέτη μακροοικονομικών επιπτώσεων και
•    στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) μελέτη βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.  

Οι μελέτες αυτές θα κατατεθούν στη Βουλή μαζί με το σχέδιο νόμου, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά σε ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Μέσα από τις μελέτες αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, αφού είναι σαφές αφενός ότι εντείνονται οι δημογραφικές πιέσεις με άμεσο κίνδυνο να μειωθούν οι επικουρικές συντάξεις και αφετέρου ότι το ασφαλιστικό μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας. Πέραν αυτού όμως, οι μελέτες καταδεικνύουν πως η μεταρρύθμιση οδηγεί σε υψηλότερες επικουρικές συντάξεις. 

Έχουν εκφραστεί ανησυχίες για το αν και κατά πόσο το κόστος μετάβασης θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος της χώρας. Σε ποιο βαθμό υπάρχει τέτοιος κίνδυνος;

Ο ΟΔΔΗΧ έχει αναλύσει μεγάλο αριθμό υποθετικών σεναρίων. Ακριβώς λόγω της σταδιακής εισαγωγής του νέου συστήματος, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι επιδράσεις της μεταρρύθμισης στο λόγο Χρέους / ΑΕΠ κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας του νέου συστήματος είναι πολύ μικρές. Αναλόγως των υποθέσεων που υιοθετούνται, το τελικό αποτέλεσμα σε βάθος πεντηκονταετίας είναι είτε ελαφρά θετικό (μείωση του λόγου Χρέους / ΑΕΠ) είτε ελαφρά αρνητικό, αλλά και πάλι, από ποσοτική άποψη, οι επιδράσεις δεν είναι μεγάλες.

Ασκείται κριτική για το νέο σύστημα με αιχμή και το γεγονός πως ενδεχόμενες αναταράξεις στις αγορές, αντίστοιχες με αυτές που βίωσε η παγκόσμια οικονομία την περίοδο μετά το 2008, θα μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τις μελλοντικές επικουρικές συντάξεις. Διασφαλίζεται ο νέος ασφαλισμένος έναντι αυτών των κινδύνων;

Καταρχάς να πούμε ότι ένας από τους βασικούς στόχους της μεταρρύθμισης είναι η διαφοροποίηση κινδύνου του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Με τη δημιουργία κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, συμπληρωματικής και διακριτής από την κύρια ασφάλιση, ένα τμήμα των εισοδημάτων των συνταξιούχων θα προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό (Κύρια Εθνική Σύνταξη), ένα τμήμα από τις εισφορές των εργαζομένων (Κύρια Ανταποδοτική Σύνταξη) και ένα τμήμα από τις σωρευμένες εισφορές του ασφαλισμένου και τις αποδόσεις των επενδύσεών του (Επικουρική Σύνταξη). 

Κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται σημαντική διαφοροποίηση του συνολικού ασφαλιστικού κινδύνου, καθόσον οι τρεις αυτές πηγές εισοδήματος υπόκεινται, αντιστοίχως, στο δημοσιονομικό κίνδυνο, το δημογραφικό κίνδυνο και τον κίνδυνο των αγορών, οι οποίοι δεν έχουν στενή θετική συσχέτιση μεταξύ τους. 

Εστιάζοντας στον κίνδυνο των αγορών, που είναι και το ερώτημά σας, πρέπει να πούμε ότι οι διακυμάνσεις των αγορών έχουν υψηλότερο επενδυτικό κίνδυνο σε βραχυπρόθεσμο διάστημα. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα 30 έως 40 ετών, οπότε και θα καταβληθούν οι πρώτες συντάξεις του νέου συστήματος, οι αποδόσεις είναι κατά κανόνα πολύ υψηλότερες σε σύγκριση με το σημερινό διανεμητικό σύστημα. 

Ακόμα, όμως, και στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση που οι σωρευτικές αποδόσεις των επενδύσεων του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου στο νέο σύστημα είναι αρνητικές, το κράτος εγγυάται ότι η επικουρική του σύνταξη θα αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε σε πραγματικούς όρους. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι του νέου συστήματος θα είναι προστατευμένοι από ακραίες διακυμάνσεις των αγορών.

Τι δείχνει η ευρωπαϊκή και διεθνής εμπειρία για την εφαρμογή κεφαλαιοποιητικών ασφαλιστικών συστημάτων; Το ελληνικό μοντέλο που σχεδιάζετε υιοθετεί στοιχεία από συστήματα άλλων χωρών;

H μεταρρύθμιση που ετοιμάζουμε έχει ήδη εφαρμοστεί σε μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών και μάλιστα σε κράτη με αξιοζήλευτο επίπεδο κοινωνικής προστασίας. Οι χώρες με τα μεγαλύτερα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα στην ΕΕ είΟιναι η Δανία, η Ολλανδία η Σουηδία και η Φιλανδία. Συγκεκριμένα στη Σουηδία που το σύστημα αυτό εφαρμόζεται εδώ και 25 χρόνια, τα αποτελέσματα είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. 

Αναλυτικότερα εκεί υπάρχουν παράλληλα δυο συστήματα δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης. Ένα νοητής κεφαλαιοποίησης, παρόμοιο με αυτό που έχουμε εμείς στην επικουρική ασφάλιση αυτή τη στιγμή και ένα κεφαλαιοποιητικό παρόμοιο με το σύστημα της επικουρικής ασφάλισης που σχεδιάζουμε. Παρά τις διακυμάνσεις των αποδόσεών του, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα υπερέχει σαφώς στις αποδόσεις που προσφέρει. Η μέση ετήσια απόδοση του συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης σε βάθος εικοσιπενταετίας είναι 1,7%, ενώ του κεφαλαιοποιητικού 4,2%. Οι διαφορές αυτές είναι πολύ σημαντικές και μας κάνουν να πιστεύουμε ότι οι συντάξεις του νέου συστήματος θα είναι αισθητά ψηλότερες από αυτές του υφισταμένου.

Ιδιωτικοποιείτε την επικουρική ασφάλιση;

Κατηγορηματικά όχι. Η επικουρική ασφάλιση παραμένει το δεύτερο σκέλος της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Είναι δημόσια και υποχρεωτική. Το Ταμείο που θα διαχειρίζεται και θα επενδύει τις εισφορές των ασφαλισμένων θα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και θα λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες εποπτείας και διαφάνειας. 

Η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί ομαλά στη χώρα μας και όποιος πολίτης επιθυμεί μπορεί να επιλέξει όποιο ασφαλιστικό προϊόν θέλει στην αγορά υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλισης. Η δυνατότητα αυτής της επιλογής όμως δεν έχει καμία σχέση με τη δημόσια και υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση. Δεν έχει δηλαδή καμία σχέση με τη μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης για την οποία συζητάμε.