Μόσιαλος: H στρατηγική της Αγγλίας για καθυστέρηση της χορήγησης της δεύτερης δόσης για το εμβόλιο της Οξφόρδης

Την αποτελεσματικότητα της πρώτης δόσης ορισμένων εμβολίων κατά του κορωνοϊού περιέγραψε ο καθηγητής του LSE, Ηλίας Μόσιαλος.

Σε ανάρτηση στο Facebook, ο κ. Μόσιαλος επισημαίνει ότι η επιλογή της μίας δόσης για ορισμένα εμβόλια είναι αποτελεσματική, λόγω της έλλειψης που παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες διεθνώς.

Αναλυτικά η ανάρτηση του κ. Μόσιαλου:

«H στρατηγική της Αγγλίας για καθυστέρηση της χορήγησης της δεύτερης δόσης για το εμβόλιο της Οξφόρδης – πρόσφατα δεδομένα από τις κλινικές δοκιµές της Astrazeneca.

Το εμβόλιο ChAdOx1 ή αλλιώς AZD1222 του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και της AstraZeneca έχει εγκριθεί για επείγουσα χρήση από τη ρυθμιστική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, και από τον ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμάκων για χρήση με σχήμα δύο τυπικών δόσεων.

Όμως γιατί έγινε αντικείμενο συζήτησης το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων;

Ο περιορισμένος αριθμός δόσεων, οι παγκόσμιες ελλείψεις στη διαθεσιμότητα των εμβολίων, αλλά και τα υπάρχοντα αποτελέσματα απο τις κλινικές δοκιμές – σύμφωνα με την AZ- έφεραν τη συζήτηση και τελικά την αλλαγή του σχήματος των εμβολιασμών, αναφορικά με το αρχικό μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων μεταξύ των 2 δόσεων.

Χθες αναρτήθηκε στη βρετανική ιατρική επιθεώρηση The Lancet η προδημοσίευση μιας συγκεντρωτικής ανάλυσης κλινικών δοκιμών του εμβολίου της AstraZaneca, και κάποιες αναλύσεις για την αποτελεσματικότητα της επέκτασης του διαστήματος μεταξύ 1ης και 2ης δόσης.

Οι αναλύσεις συμπεριέλαβαν 17.177 εθελοντές: 8948 στο Ηνωμένο Βασίλειο, 6753 στη Βραζιλία και 1476 στη Νότια Αφρική. (Στην αποτελεσματικότητα της κλινικής δοκιμής στο Ηνωμένο Βασίλειο, ένα υποσύνολο συμμετεχόντων είχε λάβει τη μισή ποσότητα του εμβολίου ως πρώτη δόση.)

Η συνολική αποτελεσματικότητα του εμβολίου από τη 14η ημέρα μετά τη 2η δόση, ανεξαρτήτως δοσολογίας, ήταν 66,7% (με διαστήματα εμπιστοσύνης 57.4% – 74,0%).

Στην ομάδα που έλαβε το σχήμα των 2 τυπικών δόσεων η αποτελεσματικότητα ήταν υψηλότερη όταν μεσολαβούσε μεγαλύτερο μεσοδιάστημα. Δηλαδή με μεσοδιάστημα 12 εβδομάδες και άνω, η αποτελεσματικότητα καταγράφηκε στο 82,4% (με διαστήματα εμπιστοσύνης 62,7%- 91,7%), σε σύγκριση με αποτελεσματικότητα εμβολίου 54,9% (διάστ. εμπιστοσύνης 32,7% – 69,7%) όταν το μεσοδιάστημα ήταν μικρότερο από 6 εβδομάδες.
Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μετά από μία τυπική δόση εμβολίου από την ημέρα 22 έως την ημέρα 90 μετά τον εμβολιασμό, ήταν 76% (με διαστήματα εμπιστοσύνης 59%- 86%) και η ανάλυση έδειξε ότι η προστασία δεν μειώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των 3 μηνών.

Ομοίως, τα επίπεδα αντισωμάτων διατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου με ελάχιστη εξασθένιση για περίοδο 90 ημερών.
Πως ερμηνεύονται αυτά τα αποτελέσματα;

Η στρατηγική του εμβολιασμού που προτάθηκε αρχικά από τους Βρετανούς εμπειρογνώμονες των ρυθμιστικών αρχών υποστηρίζεται από στοιχεία από τις κλινικές δοκιμές του εμβολίου.

Όπως ανέφερα και για την αποτελεσματικότητα της πρώτης δόσης του ρωσικού εμβολίου, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ενδελεχώς τα στοιχεία προστασίας του καθε εμβολίου μετά από την πρώτη δόση, και επίσης την προστασία που προσφέρουν έναντι στις αναδυόμενες παραλλαγές του ιού. Δυστυχώς, πέρα από τα προβλήματα εφοδιασμού στην Ευρώπη, να ξαναπώ πως υπάρχουν χώρες που δεν έχουν ακόμα στη διάθεσή τους κανένα εμβόλιο.

Γνωρίζουμε ήδη για την αποτελεσματικότητα της μιας δόσης του εμβολίου των Jansen/ J&J, όπως και για του ρωσικού, και μάθαμε και για της AstraZeneca.

Τα στοιχεία αυτά ειναι ενθαρρυντικά γιατί στηρίζουν τη δυνατότητα εμβολιασμών με μία μόνο δόση, ή και με μια δεύτερη δόση που χορηγείται μετά από μια περίοδο 3 μηνών (στην περίπτωση της ΑΖ). Διαφαίνεται δηλαδή μια εναλλακτική αποτελεσματική στρατηγική.

Η εφαρμογή αποτελεσματικής πολιτικής για τη δημόσια υγεία χρειάζεται επιστημονικά δεδομένα και διαθεσιμότητα πολλών εργαλείων. Έλεγα συχνά πέρσι, πως δυστυχώς δεν έχουμε εμβόλια και εγκεκριμένα φάρμακα, αλλά μπορούμε να προστατευτούμε γιατί έχουμε -έστω- τα μη-φαρμακευτικά μέτρα δημόσιας υγείας. Επί του παρόντος αντιμετωπίζουμε το ζήτημα πως έχουμε εγκεκριμένα εμβόλια αλλά δεν έχουμε αρκετές δόσεις ακόμα για όλους. Όμως, έχουμε αρκετά εμβόλια που έχουν ολοκληρώσει μεγάλες κλινικές δοκιμες με δεκάδες χιλιάδες εθελοντές η καθε μία. Λόγω αυτού έχουμε συνεχή ροή αποτελεσμάτων από τις κλινικές δοκιμές.

Κάποια από αυτά τα εμβόλια σχεδιάστηκαν ως εμβόλια 2 δόσεων. Όμως, εκ των αποτελεσμάτων, έχουμε επιστημονικά κριτήρια αξιολόγησης και βλέπουμε πως η εφαρμογή του σχήματος μιας δόσης -για κάποια από αυτά- δεν είναι απλά το βέλτιστο δυνατόν λόγω περιορισμένης διαθεσιμότητας, αλλά μια εναλλακτική αποτελεσματική επιλογή».