«ΟΜΙΛΩ»

Είναι γεγονός πώς ολόκληρη η ανθρωπότητα διανύει μία από τις πιο δύσκολες εποχές στην πορεία της ιστορίας της, αντιμέτωπη με έναν ύπουλο και σχεδόν αόρατο εχθρό που δοκιμάζει σχέσεις, αρχές, συνειδήσεις, χαμόγελα, υπομονή και αντοχές.

Στο στόχαστρο της λαίλαπας που ονομάζεται COVID-19, βρίσκονται όλοι οι τομείς της κοινωνίας και κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ψυχολογία μικρών και μεγάλων. Όλοι καλούνται να αντιμετωπίσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις χωρίς φυσικά να υπάρχει η πολυτέλεια μίας λιγότερο επώδυνης εναλλακτικής προσέγγισης.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας και της καραντίνας συνεπώς, δεν εντοπίζονται μόνο σε κοινωνικό, αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Κάποιες είναι άμεσα ορατές, όπως η απώλεια της εργασίας, η αλλαγή του τρόπου άσκησης των επαγγελματικών καθηκόντων και εκπαίδευσης ή το πλήγμα της υγείας και της ανθρώπινης ζωής και άλλες έμμεσες και έχουν κυρίως να κάνουν με την ψυχολογία.

Κοινό σημείο αναφορές σε όλες τις ηλικίες αποτελεί το άγχος και το έντονο στρες. Ο τρόπος με τον οποίο αυτά εκδηλώνονται, διαφέρει από γενιά σε γενιά από άνθρωπο σε άνθρωπο και αξιολογείται ποικιλοτρόπως, βάσει του αναπτυξιακού επιπέδου του καθενός.

Πιο συγκεκριμένα, στην προσχολική και σχολική ηλικία είναι πιθανόν τα παιδιά να γίνουν υπερκινητικά, εσωστρεφή, θυμωμένα ή επιθετικά, να εκδηλώσουν εντονότερο παράπονο ή συχνότερο κλάμα ή ακόμα και να αποξενωθούν από το οικογενειακό σύνολο. Επίσης, συχνό φαινόμενο αποτελεί η παλινδρόμησή τους σε στάδια μικρότερης ηλικίας συγκριτικά με την πραγματική τους και η επιθυμία για επαναλαμβανόμενο παιχνίδι.

Ειδικά αυτό το τελευταίο, αποτελεί μηχανισμό άμυνας που ξυπνάει εξαιτίας της βαθύτερης ανάγκης που αισθάνονται για σταθεροποίηση της υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης, μια και οι αλλαγές που καλούνται να αντιμετωπίσουν με ταχύτατους ρυθμούς, δεν τους είναι καθόλου ευχάριστες αφενός, αφετέρου τους γεννούν ανασφάλεια, αφού έχει διαταραχθεί η σταθερότητα που τόσο πολύ έχουν ανάγκη σε αυτήν την τρυφερή ηλικία. Μάλιστα η εν λόγω ανασφάλεια έχει ως επίπτωση την εντονότερη προσκόλληση στους γονείς και τον έντονο φόβο του αποχωρισμού, γεγονός που μπορεί να εκδηλωθεί με διαταραχές ύπνου, πρόσληψης τροφής ή έντονη νυχτερινή ενούρηση.

Η υπάρχουσα κατάσταση είναι εξίσου επώδυνη για την ψυχολογία των εφήβων, οι οποίοι εκδηλώνουν τη δυσαρέσκειά τους με έτερους τρόπους, πιο «ώριμους», όπως αρμόζει στη δική τους άλλωστε ηλικία. Ευερεθιστότητα, θλίψη, εσωστρέφεια, δυσθυμία, εκνευρισμός, ανηδονία, είναι τα πρώτα που μπορεί κάποιος να εντοπίσει στη συμπεριφορά τους, ως απόρροια των χαλεπών καιρών.

Πλέον των ανωτέρω δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες, κατά τις οποίες παρατηρείται απόσυρση από την κοινωνική αλληλεπίδραση, δυσκολία συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου και λήψης τροφής, ανασφάλεια, υπερβολική ανησυχία, αδικαιολόγητες φοβίες ή ακόμα και έντονα σωματικά ενοχλήματα, χωρίς ωστόσο να οφείλονται σε συνοδά υποκείμενα νοσήματα.

Γονείς και κηδεμόνες καλούνται έντρομοι, να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων σε συνδυασμό πάντα και με τη δική τους καταρρακωμένη ψυχοσύνθεση. Άνθρωποι που ίσως πλέον των λοιπών, έχουν να αντιμετωπίσουν και τυχόν αλλαγές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Ως σημείο αναφοράς και πρότυπο για τα παιδία τους, πρώτα οι ίδιοι οφείλουν να προσαρμοστούν στη νέα καθημερινότητα. Πόσο εύκολο όμως είναι κάτι τέτοιο, δεδομένων και των λοιπών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν; Ως μητέρα θα απαντήσω ΚΑΘΟΛΟΥ, αφού είναι Ιδιαιτέρως απαιτητικός ο γονεϊκός ρόλος και καθίσταται έτι περαιτέρω δύσκολος, σε περιόδους γενικότερης κοινωνικής δυσλειτουργίας. Η άσκησή του όμως αποτελεί μονόδρομο. Αρκεί να θυμηθούμε πως η φύση και η συνείδησή μας, δεν επιτρέπει άλλες προτεραιότητες από τη στιγμή που  γινόμαστε γονείς.

Ψυχραιμία λοιπόν και αισιόδοξη αντιμετώπιση των γεγονότων. Φροντίζουμε, να διαφυλάσσουμε την εσωτερική μας ισορροπία και δεν ξεχνάμε να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν. Αυτό, δεν συστήνεται στα πλαίσια μίας φιλολογικής κουβέντας, αλλά είναι αναγκαίο, προκειμένου να επιτευχθεί η συναισθηματική μας εκτόνωση και να απαλλαγούμε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό από τη συσσωρευμένη ένταση που μας ταλαιπωρεί στις μέρες μας. Μάλιστα θα είναι τόσο εποικοδομητικό κάτι τέτοιο που τα ευεργετικά του αποτελέσματα θα γίνουν σχεδόν άμεσα αντιληπτά στον πυρήνα της οικογένειας. Η συσσωρευμένη πίεση άλλωστε, είναι αποδεδειγμένο ότι μας εμποδίζει από το να αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα, αισιόδοξα και αποτελεσματικά, όσα μας απασχολούν.

Γι΄ ακόμα μία φορά ο διάλογος αποτελεί ένα ακόμα επιπλέον όπλο στη φαρέτρα μας και όχι μόνο γιατί αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τρόπους της προαναφερθείσας εκτόνωσης και το σπουδαιότερο μέσο της συναισθηματικής εκδήλωσης, αλλά και γιατί μέσα από αυτόν γεφυρώνονται  όλες οι αποστάσεις που επέβαλε η καραντίνα.

Γεωργοπούλου Ν. Παναγιώτα- Μαρίνα

Φιλόλογος

Ειδικός Ψυχικής Υγείας (Msc Κλινική Ψυχολογία, Msc Διαχείριση Κοινωνικής Δικαιοσύνης και Αλλαγής).