Η νομική αντιμετώπιση της σεξουαλικής και της ηθικής παρενόχλησης στο εργασιακό περιβάλλον

Η εργασία και το εργασιακό περιβάλλον αποτελεί ένα σηµαντικό µέρος της καθηµερινότητας του ανθρώπου αφού µέσα σε αυτό ως εργαζόµενος περνάει κανείς τουλάχιστον το ένα τέταρτο της ηµέρας του ενώ κάποιες φορές και πολύ περισσότερο από τη µισή του µέρα.

Γράφει ο : Εργατολόγος Γεώργιος Κ . Γκίκας
Δικηγόρος Αθηνών
LL . M. Εργατικού Δικαίου
LL . M. Κοινωνικής Ασφάλισης & Δίκαιο Υγείας

Η εργασία µπορεί να αποτελέσει σηµαντική πηγή ικανοποίησης, ενέργειας και πληρότητας ακόµα και αν αυτό συνοδεύεται από σωµατική ή και διανοητική κούραση. Δυστυχώς όμως το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι καταγγελίες για απειλητικά φαινόμενα που αναπτύσσονται όλο και σε περισσοτέρους εργασιακούς χώρους, τα οποία έχουν σαν αποτέλεσμα μεγάλες προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους. Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι άλλα απο την σεξουαλική παρενόχληση και την ηθική παρενόχληση (γνωστή με τον όρο mobbing). Tα δύο φαινόμενα μπορεί να διαφέρουν πολύ μεταξύ τους αλλά είναι εξίσου επώδυνα για τους εργαζόμενους-θύματα. Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια εικόνα των δύο φαινομένων και κυρίως θα σταθούμε στο νομικό οπλοστάσιο που έχουν τα θύματα ώστε να αντιδράσουν απέναντι σε τέτοια περιστατικά.

Πριν αναφερθώ στο τι μπορεί να κάνει ο εργαζόμενος για να προστατευτεί, πρέπει να τονιστεί ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να σέβεται και να προστατεύει την προσωπικότητα του εργαζομένου του και αυτή η υποχρέωση απορρέει από το ίδιο το Σύνταγμα άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη είναι απόλυτη και περιλαμβάνει όλες τις προσβολές, τόσο τις υλικές, όσο και τις ηθικές. Ο εργοδότης οφείλει να προστατεύσει τον εργαζόμενο και από επιθέσεις, οι οποίες δεν προέρχονται από αυτόν αλλά και από άλλους εργαζόμενους. Ξεκινώντας τώρα από το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης, αν αυτή προέρχεται από τον εργοδότη, το θύμα δύναται να θεωρήσει ότι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη ασκείται καταχρηστικά και ως εκ τούτου υφίσταται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και εξώθηση σε παραίτηση. Η βλαπτική αυτή μεταβολή δύναται να ερμηνευθεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη με αποτέλεσμα την ύπαρξη αξίωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης. Αν η σεξουαλική παρενόχληση προέρχεται είτε από τον εργοδότη, είτε από προϊστάμενο ή συνάδελφο, το θύμα δύναται να θεωρήσει ότι υπάρχει παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη και ως εκ τούτου μονομερής βλαπτική μεταβολή με τις ανωτέρω συνέπειες.

Ο εργοδότης άλλωστε όπως προελέχθη είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει την κατάλληλη πρόνοια και όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγονται τέτοια περιστατικά στον εργασιακό χώρο. Εννοείται δε ότι πιθανή καταγγελία τής σύμβασης εργασίας θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 3488/2006 περί απαγόρευσης διακρίσεων και το θύμα να ασκήσει αγωγή λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, εντός τριών μηνών από την άκυρη απόλυση, ζητώντας τόσο τις αποδοχές υπερημερίας όσο και τη συνέχεια της εργασιακής σχέσης. Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 3896/2010, όταν πιθανολογείται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, με αποτέλεσμα ο φερόμενος ως θύτης, να υποχρεούται να αποδείξει ότι δεν επήλθε η εν λόγω παραβίαση. Δυστυχώς όμως κατά κανόνα το βάρος απόδειξης έχει αυτός που επικαλείται τη σεξουαλική παρενόχληση. Ακόμα το θύμα θα πρέπει να θεωρήσει καταχρηστική την απόλυσή του (λόγω υπέρβασης των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος, εκδίκησης, παράβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη) και ως εκ τούτου άκυρη. Μπορεί βέβαια να θεωρήσει νόμιμη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και να αξιώσει αποζημίωση απόλυσης. Τέλος σε κάθε περίπτωση, ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς συντρέχει και προσβολή της προσωπικότητάς του και φυσικά να υποβάλλει μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση, εφόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 337 του Ποινικού Κώδικα, και ιδίως αυτό της παραγράφου 5 που αφορά την εργασία…

Όοσον αφορά τώρα το φαινόμενο του « Mobbing», δεν είναι τίποτα παραπάνω απο την ηθική παρενόχληση των εργαζομένων στο χώρο εργασίας τους, την κατ’ επανάληψη υβριστική συμπεριφορά εντός ή εκτός της επιχείρησης, η οποία εκδηλώνεται με εκφοβιστικές ενέργειες, λόγια ή τρόπους οργάνωσης της εργασίας και στοχεύει στη διαμόρφωση ενός εχθρικού, ταπεινωτικού περιβάλλοντος που προσβάλει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη σωματική-ψυχική ακεραιότητα του εργαζομένου.

Το «mobbing» μπορεί να προέρχεται τόσο από τον εργοδότη, όσο και από προϊσταμένους ακόμα και από άλλους εργαζομένους. Εάν μάλιστα το «mobbing» έχει αιτία κάποια διάκριση (λ.χ. το φύλο, την φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τον γενετήσιο προσανατολισμό, την ηλικία κ.ο.κ), τότε χαρακτηρίζεται ως «παρενόχληση» κατά την έννοια των ν.3304/2005 και ν. 3896/2010. Η προστασία του εργαζόμενου από το «mobbing» δεν ρυθμίζεται ειδικά από κάποια ειδική νομοθετική πρόβλεψη άρα προστρέχουμε στις γενικές διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας. Έτσι, ο εργαζόμενος μπορεί είτε να αξιώσει από τον εργοδότη την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, είτε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και αποζημίωση για οποιαδήποτε τυχόν υλική ζημία υπέστη, επιπλέον μπορεί να θεωρήσει την συμπεριφορά που υφίσταται ως «μονομερή βλαπτική μεταβολή» (δηλαδή εξαναγκασμό σε παραίτηση) και να ζητήσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Ακόμα μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη του για αποζημίωση σε περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος, να καταγγείλει τις πρακτικές του εργοδότη στην Επιθεώρηση Εργασίας και πιθανόν να υποβάλει μήνυση για παραβίαση της αρχής ίσης μεταχείρισης, καθώς και για κατά περίπτωση επιμέρους στοιχειοθετούμενα αδικήματα του ποινικού κώδικα, εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμιση κλπ. Ο εργαζόμενος έχει ένα ευρύ οπλοστάσιο για να αντιμετωπίσει τέτοιες συμπεριφορές αλλά το τι θα πράξει κάθε φορά εξαρτάται από την εκάστοτε περίπτωση, ενώ πάντα είναι απαραίτητη η συμβολή ενός εξειδικευμένου δικηγόρου.